Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Φυλή και Πόλεμος – Ιούλιος Έβολα



Ένα από τα πιο σημαντικά εμπόδια για μια αγνή βιολογική σύνθεση ενός φυλετικού δόγματος είναι το γεγονός πως η επιμειξία και η μόλυνση του αίματος δεν είναι αποτελούν την μόνη αιτία της πτώσης και της παρακμής των φυλών. Οι φυλές μπορεί εξίσου να παρακμάσουν και να έρθουν στο τέλος τους από μια διαδικασία ας πούμε μιας εσωτερικής έκλειψης, δίχως την διαμεσολάβηση εξωγενών παραγόντων. Σε καθαρά βιολογικούς όρους αυτό μπορεί να αντιστοιχεί στους αινιγματικούς “εσωτερικούς διαχωρισμούς” τους οποίους αναγκάστηκε να αναγνωρίσει η επιστήμη ως εξίσου δυνατές ποικιλότητες λόγω επιμειξίας, οι οποίες εγκυμονούν μεταλλάξεις.


Αυτό δεν θα γίνει ποτέ αντιληπτό αν η βιολογική σύλληψη περί φυλής δεν ολοκληρωθεί με αυτήν την σύλληψη φυλετισμού “του δευτέρου και τρίτου βαθμού” για τον οποίο έχουμε μιλήσει εδώ. Μόνο αν η φυλή θεωρηθεί ως υπάρχουσα όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο πνεύμα και την ψυχή, ως μια βαθιά, μεταβιολογική δύναμη που καθορίζει τόσο τις φυσικές όσο και τις ψυχικές δομές της οργανικής ολότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Μόνο υπό το φως αυτής της παραδοσιακής αντίληψης για το θέμα μπορεί να ιδωθεί το μυστήριο της παρακμής των φυλών σε όλες του τις διαστάσεις. Κανείς συνειδητοποιεί, με ανάλογο τρόπο με την προσωπική υπεξαίρεση και την εσωτερική κατάρρευση του ατόμου, όπου η απώλεια όλης της ηθικής εντάσεως και η συμπεριφορά μιας παθητικής εγκατάλειψης βαθμηδόν εκφράζονται με μια φυσική συντριβή ή παραλύουν τους φυσικούς οργανικούς πόρους πιο αποτελεσματικά από την οποιαδήποτε απειλή στο σώμα -έτσι οι εξελίξεις της ίδιας μοίρας μπορούν να επισυμβούν στην σφαίρα αυτών των μεγαλύτερων οντοτήτων που είναι οι ανθρώπινες φυλές, σε μεγαλύτερη κλίμακα στο χωροχρόνο της αθροιστικής τους ζωής. Και αυτό το οποίο έχουμε υποδείξει για τους οργανικούς πόρους που εξουδετερώνονται, όταν η εσωτερική -ηθική και πνευματική- ένταση του ατόμου εκλείπει, μας επιτρέπει λιγότερα απλοϊκά και λιγότερο υλιστικά το ζήτημα των φυλετικών εναλλαγών λόγω επιμειξίας και αλλοίωσης.

Αυτό είναι σχεδόν ταυτόσημα με αυτό που συμβαίνει με τις μολύνσεις. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, πως τα βακτήρια και τα μικρόβια δεν είναι οι μόνοι αποτελεσματικοί και τα μονόδρομα αίτια για τις αρρώστιες: Γιατί μια αρρώστια για να υπάρξει από μόλυνση μια συγκεκριμένη, λίγη ή πολλή, προδιάθεση πρέπει να υπάρχει. Η κατάσταση ακεραιότητας η έντασης του οργανισμού, με την σειρά της, εντείνει αυτήν την προδιάθεση, και αυτό είναι επίδραση του πνευματικού παράγοντα, της παρουσίας όλου το όντος στον εαυτό του, και την κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης και ταλαιπωρίας. Σε αντιστοιχία με αυτήν την αναλογία, πιστεύουμε πως , η επιμειξία έχει ένα αληθινό, μοιραίο, και αδιάκοπα παρακμιακό αποτέλεσμα για μια φυλή, καθώς είναι απαραίτητο και δίχως εξαίρεση, αυτή η φυλή να είναι ζημιωμένη εσωτερικός σε βαθμό τέτοιο, και πως η ένταση που είχε αρχικά να γίνεται χαλαρή ως αποτέλεσμα.

Όταν η ράτσα υποβιβάζεται σε 'ένα απλό άθροισμα αταβιστικών αυτοματισμών, που είναι τα σημάδια που απλώς χρησιμεύουν ως απομεινάρια του τι ήταν, τότε μια σύγκρουση, μια πληγή, μια απλή δράση από τα έξω, είναι αρκετή για να την κάνει να πέσει, για να την αλλοίωση και να την εκτρέψει. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν λειτουργεί σαν ένα ελαστικό σώμα, έτοιμο να αντιδράσει και να πάρει ξανά την αρχική ου μορφή, μετά την σύγκρουση(αν λογίσουμε, ότι αυτή δεν θα περνά κάποια όρια και δεν παράγει αποτελέσματα με σταθερή ζημία) αλλά, αντίθετα, συμπεριφέρεται σαν ένα άκαμπτο, ανελαστικό σώμα, το οποίο παθητικά υπομένει το αποτύπωμα της εξωτερικής δράσης.

Στην βάση αυτών των συλλογισμών δυο πρακτικές αποστολές του φυλετισμού μπορούν να διακριθούν. Η πρώτη αποστολή είναι η λεγόμενη παθητική άμυνας. Με αυτήν την έννοια εννοούμε την προστασία της φυλής από όλες τις εξωγενείς επιδράσεις (επιμειξία, μη κατάλληλες μορφές ζωής και κουλτούρας) οι οποίες παρουσιάζουν κίνδυνους για αυτήν σε μια κρίση, μια μετάλλαξη, ή τον εκφυλισμό. Η δεύτερη αποστολή αντιθέτως είναι αυτή της ενεργού αντιστάσεως, που συνοψίζεται στον τερματισμό σε ένα ελάχιστο, τις προδιαθέσεις για εκφυλισμό μια φυλής, με άλλα λόγια, το έδαφος στο οποίο μπορεί να σταθεί μετέωρη στις εξωγενείς επιδράσεις. Αυτό σημαίνει, να ανυψωθεί η “εσωτερική φυλή”, να εξακριβωθεί πως η εσώτερη ορμή της δεν εκλείπει ποτέ, πως, σε αντιστοιχία με την φυσική της ακεραιότητα, εντός της υπάρχει μια τόσο ανεξέλεγκτη και άσβεστη φλόγα, που περιμένει διακαώς νέο υλικό για να τραφεί η ζεστασιά, στην μορφή νέων εμποδίων τα οποία την απαρνούνται και την αναγκάζουν να ξανά επιβάλλει την υπεροχή της.

Αυτή η δεύτερη αποστολή είναι εμφανώς πιο δύσκολη από την πρώτη, γιατί μπορεί να απαιτήσει λύσεις που ποικίλλουν από άτομο σε άτομο, και γιατί εξωτερικά, γενικά και υλικά μέτρα είναι λίγης χρησιμότητας για αυτό. Προκύπτει πως είναι ζήτημα να ξεπεραστεί ο ίλιγγος του πνεύματος, αυτή η δύναμη της βαρύτητας η οποία ενυπάρχει στην ανθρώπινη εσωτερικότητα όχι τόσο λίγο όσο στον εξωτερικό, φυσικό κόσμο, και που βρίσκει εδώ έκφραση ακριβώς στην τάση για εγκατάλειψη, στο “να χαλαρώνεις”, το να ακολουθείς τον δρόμο της λιγότερης αντίστασης. Αλλά δυστυχώς, για το άτομο όσο και για την φυλή, για να ξεπεράσεις αυτόν τον κίνδυνο είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα στήριγμα – γιατί η ικανότητα να δρας ευθέως, να παραμένει στο ύψος του κύματος, να διαθέτει μια εσώτερη πρωτοβουλία η οποία ανανεώνεται συνεχώς, δίχως την ανάγκη για νέα ερεθίσματα, μπορεί να επισυμβεί ως αποτέλεσμα μια εξειδικευμένης κατάκτησης, και δεν μπορεί λογικά να απαιτηθεί ως ζήτημα φυσικά.

 Όπως είπαμε η ένταση, η οποία έγινε υπολανθάνουσα για να αφυπνιστεί, πριν να είναι αργά και οι διαδικασίες αυτοματοποίησης της φυλής ακολουθήσουν, χρειάζεται ένα εμπόδιο, μια δοκιμασία, σχεδόν μια πρόκληση. Τότε είναι που η κρίση και η απόφαση θα παρθεί. Στην προσπάθεια να αντιδράσουν, οι βαθύτερες, μετα-βιολογικές δυνάμεις της φυλής θα εμφανιστούν εκεί που παρέμειναν παντοδύναμες και η αβεβαιότητες και τα πεπρωμένα της συγκεκριμένης περιόδου. Στην περίπτωση μια θετικής αντίδρασης, νέες δυνατότητες αναδεικνύονται εκ των έσω, για να ωριμάσουν ξανά στην φυλετική ροή. Ένας νέος, ανοδικός κύκλος εκκινεί για την φυλή.