Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Φίλης ο “ουδετερόθρησκος”: Η ανατομία ενός άθεου πολιτικάντη που συνειδητά προκαλεί το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων


«Γαστήρ παχεία λεπτόν ου τίκτει νουν», λέει μια ρήση του δεύτερου τη τάξει μεγαλύτερου μετά τον Ιπποκράτη Έλληνα γιατρού της αρχαιότητας, Κλαύδιου Γαληνού (129-199 μ.χ), η οποία δυστυχώς για τους δύσμοιρους νεοέλληνες φαίνεται να βρίσκει τραγική επιβεβαίωση στα πρόσωπα αρκετών πολιτικών του μεταπολιτευτικού μας «δημοκρατικού παραδείσου».

Αυτού του «παραδείσου» που «κατέκτησε» η Ελλάδα μετά από τόσους πολλούς «αγώνες» της αριστεράς, με κορυφαίο παράδειγμα την αποδεδειγμένα ξενοκίνητη «πορτοκαλί» εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μια εξέγερση θεμέλιο της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας των δοσίλογων εργολάβων και πολιτικών που διαφεντεύουν το ψευτορωμαίικο εφεξής, τις συνέπειες της οποίας πληρώνουμε σήμερα τόσο ακριβά.


Μέσα λοιπόν σε αυτήν την ξεφτίλα και τον τραγέλαφο που συνθέτει το μεγάλο φαγοπότι αυτής της μεταπολιτευτικής «δημοκρατίας», υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα τα οποία τελώντας λίαν επιεικώς σε πλήρη σύγχυση, αν όχι ενδεχομένως και σε διατεταγμένη έξωθεν υπηρεσία ή και τα δυο, τα οποία προβαίνουν σε ενέργειες απολύτως παράνομες και ακραία μισαλλόδοξες σε βάρος του ελληνικού έθνους. Ενέργειες για τις οποίες ασφαλώς και δεν έχουν καμιά αρμοδιότητα, εξουσιοδότηση ή νομιμοποίηση που να απορρέουν από το θεσμικό τους ρόλο.

Άτομα που η προσωπική τους αντίληψη για τις θεσμικές τους δικαιοδοσίες σημειολογικά παραπέμπουν έντονα στον πατέρα εκείνου του προπολεμικού δεκανέα που περιγράφει ένα τραγούδι του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος ζητούσε από το γιό του να του στείλει τους στρατιώτες που εξουσιάζει στο χωριό για να του οργώσουν το χωράφι.

Ένας εξ’ αυτών είναι ο γνωστός και μη εξαιρετέος «πληθωρικός» κύριος Φίλης, καταγεγραμμένος πλέον στο χώρο της λαϊκής ηθογραφίας με πολλά «εγκωμιαστικά» προσωνύμια που παραπέμπουν σε διασκεδαστή, γελωτοποιό ή κάτι τέτοιο, επικρατέστερο των οποίων φαίνεται να είναι τελευταία το «ουδετερόθρησκος».

Αυτός λοιπόν ο «ουδετερόθρησκος» παντογνώστης, υβριστής του ολοκαυτώματος του ποντιακού και μικρασιατικού ελληνισμού, ο οποίος αρέσκεται στο να εκφράζει «επιστημονικές» απόψεις επί παντός του επιστητού χωρίς να έχει καμιά επιστημονική ιδιότητα και του οποίου η εν γένει συμπεριφορά και παρουσία θα προκαλούσε μόνο θυμηδία αν δεν ήταν υπουργός για να μπορεί με τις αποφάσεις του να δημιουργεί τόσα προβλήματα στην ελληνική κοινωνία, δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι η εκλογή ενός κόμματος στην εξουσία δεν συνεπάγεται την εν λευκώ εξουσιοδότηση της κυβέρνησης στο χειρισμό όλων των θεμάτων.

Εάν για παράδειγμα ένα νομίμως εκλεγμένο κόμμα αποφασίσει να παραχωρήσει ένα κομμάτι της πατρίδας μας σε μια γειτονική χώρα γιατί έτσι πιστεύει ότι είναι το σωστό, μπορεί να το πράξει επικαλούμενο την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία; Ασφαλώς όχι. Αυτά δηλαδή που με αίμα έχουν παγιωθεί και αποτελούν ιδρυτικά και δομικά στοιχεία του έθνους και του κράτους δεν μπορεί ένα κόμμα που αναδείχθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα στην εξουσία να τα αλλάξει επικαλούμενο την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία. Διότι πολύ απλά δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. Δεν εξελέγη για αυτό. Εξελέγη για να διαχειριστεί τα τρέχοντα θέματα του κράτους, όχι για να αλλάξει τις θεμελιώδεις δομές του κράτους. Για τέτοιου είδους αλλαγές απαιτούνται ξεχωριστά δημοψηφίσματα. Αυτή όμως η αυτονόητη αρχή φαίνεται πως είναι άγνωστη στον κύριο Φίλη.

Η Ορθοδοξία λοιπόν εν προκειμένω αποτελεί ένα τέτοιο δομικό και ιδρυτικό στοιχείο του ελληνικού κράτους. Τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και το ελληνικό κράτος προέκυψε από την Ελληνική Επανάσταση, η οποία έγινε στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Η μεταβολή επομένως του χαρακτήρα του κράτους σε κάτι άλλο από αυτό που προέκυψε από την Επανάσταση προφανώς δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία καμιάς κυβέρνησης και κανενός ανθέλληνα. Θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει τέτοιο ζήτημα αν το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος ήταν σε μεγάλο ποσοστό εναντίον της Ορθοδοξίας. Με το 98% όμως των Ελλήνων να είναι χριστιανοί ορθόδοξοι τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να τίθενται.

Τα επιχειρήματα λοιπόν που ακούγονται για να υποστηριχθεί η άποψη ότι το βάπτισμα των μικρών παιδιών και ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών καταργούν τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων διότι κάνουν τους ανθρώπους χριστιανούς πριν αυτοί μπορέσουν αυτοπροαιρέτως να ασπασθούν ή να απορρίψουν τη χριστιανική πίστη δεν ευσταθούν.

Αν η λογική του κυρίου Φίλη ευσταθούσε, υπάρχει μια πλειάδα ζητημάτων για τα οποία θα μπορούσε κάποιος να θέσει παρόμοια ζητήματα. Για παράδειγμα με ποιο δικαίωμα οι γονείς ενός βρέφους μαθαίνουν στο παιδί τους τη μητρική γλώσσα αφού αυτό όταν ενηλικιωθεί ενδεχομένως να μην επιθυμεί να έχει μάθει τη γλώσσα που του έμαθαν οι γονείς του, αλλά κάποια άλλη γλώσσα; Είναι προφανές λοιπόν ότι επειδή αυτή η ελεύθερη επιλογή του ατόμου, αναστέλλεται υποχρεωτικά μέχρι αυτό να ενηλικιωθεί για να μπορεί το ίδιο να έχει άποψη για υποκειμενικά ζητήματα που επιδέχονται διάφορες ερμηνείες, ότι η ανατροφή του πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα δομικά και ιδρυτικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία έχει γεννηθεί.

Άρα η άποψη ότι δεν πρέπει να μαθαίνουμε στους νέους τίποτε σχετικό με τη θρησκεία μέχρι αυτοί να ενηλικιωθούν, ώστε αυτοί να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα, ανεπηρέαστα και αυτόβουλα για τα θέματα αυτά όταν ωριμάσουν, είναι εκ του πονηρού και δεν λύνει πραγματικά το πρόβλημα το οποίο υποτίθεται ότι προσπαθεί να λύσει, αλλά απλά το αντιστρέφει. Το θρησκευτικό δηλαδή στερεότυπο που υποτίθεται ότι δημιουργεί η διδασκαλία της θρησκείας δεν το εξαλείφουμε με την κατάργηση των θρησκευτικών αφήνοντας την ανθρώπινη βούληση να επιλέξει ελεύθερα, απλά το αντιστρέφουμε μετατρέποντάς το σε αθεϊστικό. Αντικαθιστούμε δηλαδή το θρησκευτικό στερεότυπο με ένα αθεϊστικό-υλιστικό.

Διότι καθώς ο άνθρωπος ενηλικιώνεται κάθε μέρα γεννιούνται μέσα του πλήθος ερωτημάτων για τη δημιουργία και τη λειτουργία του κόσμου. Τα οποία αν κάποιος δεν του τα εξηγήσει κάνοντας αναφορά στη συνολική πραγματικότητα (αισθητή και μη αισθητή), αφήνοντάς τον έρμαιο στη μονομέρεια της διεθνιστικής, αθεϊστικής, καταναλωτικής, νεοταξίτικης προπαγάνδας των ΜΜΕ, είναι φυσικό να απαντήσει σε όλα αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα παίρνοντας υπόψη μόνο ένα κομμάτι της συνολικής πραγματικότητας. Την αισθητή πραγματικότητα. Θα οδηγηθεί δηλαδή σε αυτό που συνιστά τον πυρήνα της αριστερής σκέψης, ότι η φύση δεν έχει ανάγκη από γεννήτορα, αλλά η ύλη (η υλική πραγματικότητα) διαθέτει από μόνη της την ικανότητα να αυτοπραγματώνεται.

Αυτό όμως δεν συνιστά μια ουδέτερη θέση, είναι άποψη. Είναι ο ιστορικός υλισμός στον οποίο βασίζεται η αριστερή σκέψη και ιδεολογία. Μια ιδεολογία εξ’ ορισμού (δομικά) αντίθετη με την ελληνική σκέψη διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Μιας και η ελληνική σκέψη δεν μπορεί να δεχτεί ως αναπάντητο το ερώτημα της αιτιώδους αρχής. Δεν μπορεί να δεχτεί την ταύτιση της αιτιώδους αρχής με το αιτιατό, δηλαδή με το αποτέλεσμά της (ότι η ύλη μπορεί να αυτοπραγματώνεται). Γιατί το πρόβλημα τότε οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο χωρίς να καταλήγει λογικά πουθενά.

Κανένας όμως δεν έχει το δικαίωμα να βιάσει τη θέληση του ελληνικού λαού και να εφαρμόσει τέτοια πράγματα στην Ελλάδα δημιουργώντας υλιστικά στερεότυπα στους νέους. Δεν το έχει γιατί ο ελληνικός λαός υπήρξε διαχρονικά ως προς την ψυχοσύνθεσή του έντονα μεταφυσικός. Οι ναοί του Παρθενώνα και της Αγιάς Σοφιάς κορυφαίες αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις των μεταφυσικών αναζητήσεων του Ελληνισμού το πιστοποιούν πέραν πάσης αμφιβολίας. Ενώ ο όρκος των Φιλικών και των επαναστατημένων Ελλήνων δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι η Ορθοδοξία συνιστά δομικό στοιχείο του Ελληνισμού και ιδρυτικό στοιχείο του ελληνικού κράτους.

Στοιχεία που κανένας «ουδετερόθρησκος» δεν δικαιούται να αγνοεί. Ούτε με πρόσχημα το δήθεν ανεπηρέαστο της ανθρώπινης βούλησης να επιχειρεί να αλλοιώσει τη διαχρονική ουσία του ελληνικού πολιτισμού αντικαθιστώντας στην εκπαίδευση το παραδοσιακό ελληνορθόδοξο στερεότυπο με το υλιστικό-αθεϊστικό του αριστερού διεθνισμού και της ΝΤΠ .

Οφείλει δηλαδή το ελληνικό κράτος, είτε αρέσει στην εκάστοτε κυβέρνηση είτε όχι να συνδράμει την ανατροφή των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις και ιδεώδη και όχι με αθεϊστικά πρότυπα. Κι αν κάποια στιγμή οι Έλληνες με ένα δημοψήφισμα αποφανθούν ότι δεν επιθυμούν αυτό να συνεχιστεί τότε μόνον η κυβέρνηση θα έχει την απαραίτητη νομιμοποίηση για να προβεί σε ενέργειες ανάλογες με αυτές του «ουδετερόθρησκου». Έτσι λένε οι κανόνες της δημοκρατίας το όνομα της οποίας επικαλούνται καθημερινά όλα τα «τηλεκατευθυνόμενα» κόμματα του «δημοκρατικού τόξου».

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ