Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Μπορεί Μια Κυβέρνηση Να Χαρακτηριστεί Εγκληματική Οργάνωση;






Μια σύντομη ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 187 § 1 Π.Κ.

 

     Κατ’ αρχήν, η εγκληματική οργάνωση προβλέπεται και τιμωρείται κυρίως από τις διατάξεις του άρθρου 187 § 1, 3 ΠΚ, όπου ορίζονται τα εξής: «1. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 207 (παραχάραξη), 208 (κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων), 216 (πλαστογραφία), 218 (πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων), 242 (ψευδής βεβαίωση, νόθευση), 264 (εμπρησμός), 265 (εμπρησμός σε δάση), 268 (πλημμύρα), 270 (έκρηξη), 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 277 (πρόκληση ναυαγίου), 279 (δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων), 291 (διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (βαριά σωματική βλάβη), 322 (αρπαγή), 323 (εμπόριο δούλων), 323A (εμπορία ανθρώπων), 324 (αρπαγή ανηλίκων), 327 (ακούσια απαγωγή), 336 (βιασμός), 338 (κατάχρηση σε ασέλγεια), 339 (αποπλάνηση παιδιών), 348Α (πορνογραφία ανηλίκων), 351 (σωματεμπορία), 351Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής), 374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής), 375 (υπεξαίρεση), 380 (ληστεία), 385 (εκβίαση), 386 (απάτη) … όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών … 3. Όποιος διευθύνει την οργάνωση της πρώτης παραγράφου τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών … ».

     Πρόκειται (ταυτόχρονα) για έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης του εννόμου αγαθού «δημόσια τάξη» και αφηρημένης διακινδύνευσης αορίστου αριθμού εννόμων αγαθών προσωπικής ελευθερίας αφενός (ως έμμεση απειλή κατά στενότερου ή ευρύτερου κύκλου προσώπων) και των λοιπών εννόμων αγαθών αφετέρου, όπως της υπεξαίρεσης του δημοσίου χρήματος κ.τ.λ. Δηλαδή τιμωρείται ως πράξη που μπορεί να προξενήσει κίνδυνο. (Μιχαήλ Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, 2003, σελ. 64, Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και ελευθερία, 2002, σελ. 104 επ., Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ο Ν 2928/2001 «για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων» - Βασικά χαρακτηριστικά και πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση, ΠοινΔικ 2001, 694 επ., ίδιας, Ο ορισμός της τρομοκρατίας, ΠοινΔικ 2002, 59 επ., Αλ. Μεταξάς, Η ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, Ποιν.Χρον. Μ΄ 913, Τζαννετή, Η έννοια της εγκληματικής οργανώσεως κατά το νέο άρθρο 187 ΠΚ, ΠοινΧρ ΝΑ, 1016 επ., ΑΠ 835/2012 ΠοινΔικ 2013, 390, ΣυμβΕφΑθ 969/2007 ΠοινΔικ 2007, 1381 επ.)

     Έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η δημόσια τάξη που τίθεται σε κίνδυνο δηλαδή η κατάσταση γαλήνης, ηρεμίας, ειρήνης και ευταξίας στην κοινωνία ενός κράτους και ειδικότερα η κατάσταση στην οποία δεν προσβάλλονται με βλάβη ή διακινδύνευση τα από αυτήν επιλεγμένα ως προστατευόμενα έννομα αγαθά του κοινωνικού συνόλου ως αποτέλεσμα της ύπαρξης ρυθμιστικής έννομης τάξης, η οποία απειλεί και επιβάλλει κυρώσεις κατά των παραβατών κανόνων δικαίου, με σκοπό να διατηρούνται αλώβητα τα ατομικά, κοινωνικά ή συλλογικά και κρατικά έννομα αγαθά. (Χ.Σατλάνης/Λ.Μαργαρίτης σε ΠοινΔικ 2013, 761 επ. από όπου αντλήθηκαν σημαντικό στοιχεία για το παρόν άρθρο, Ιωάν. Μανωλεδάκη, Επιβουλή της δημόσιας τάξης, Άρθρα 183-197 ΠΚ, 1994, σελ. 18 επ.,).

     Σηµειωτέον ότι ως προστατευόµενο έννοµο αγαθό από τις διατάξεις του νόµου για τα εγκληματα κατά της δημόσιας τάξης θεωρείται κυρίως η δηµόσια ειρήνη, η οικονομική πρόοδος, η κατάσταση ευταξίας µέσα στο κράτος, η κατάσταση δηλαδή, στην οποία υλοποιούνται οµαλά οι εκάστοτε επιδιώξεις της έννοµης τάξης και δεν προσβάλλονται µε βλάβη ή διακινδύνευση τα από αυτήν επιλεγµένα ως προστατευόµενα έννοµα αγαθά (η ζωή, η σωµατική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η σεξουαλική ελευθερία, η ιδιοκτησία, η περιουσία κ.λπ. µέχρι και αυτή την υπόσταση του κράτους ή του πολιτεύµατος).  

     Εγκλήματα που στρέφονται κατά της έννομης τάξης είναι και τα οικονομικά και εθνικά εγκλήματα της κυβέρνησης.

     Σε κατάσταση φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι 3.795.100 άτομα στην Ελλάδα (επιπλέον 391.800 άτομα σε σχέση με το 2011) ή το 34,6% του συνόλου του πληθυσμού σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η επίσημη ανεργία ανέρχεται στο 27,4%. Η δε κυβέρνηση αποτελεί ομάδα συγκροτημένη και δομημένη με διαρκή δράση και σκοπό την διάπραξη ορισμένων αδικημάτων. (Μιχαήλ Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2003, σελ. 448). Η κατάσταση αυτή διαταράσσει την έννομο τάξη ως κατάσταση γαλήνης, ηρεμίας, ειρήνης και ευταξίας στην κοινωνία μας. Το έγκλημα επιτείνεται με την παρατεταμένη πολιτική εξόντωσης του λαού και ενώ ήδη βλέπει τα εγκληματικά αποτελέσματα της πολιτικής. Σε αυτό προστίθενται τα ψεύδη με τα οποία τα κόμματα που την στηρίζουν εξαπάτησαν του εκλογείς, (άρ.162 Π.Κ.). αλλά και όταν η ίδια δεν τηρεί τις προγραμματικές της δηλώσεις.

     Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 187 § 1 Π.Κ. προστατεύονται συνολικά όλα τα έννομα αγαθά, τα οποία προστατεύονται από τις αναφερόμενες σ' αυτήν διατάξεις.

     Συγκρότηση ομάδας σημαίνει κάποια πρωτοβουλία και κάποιες αρχικές κινήσεις για τη στρατολόγηση προσώπων και τη δημιουργία της ομάδας. Ένταξη στην ομάδα σημαίνει την ενεργητική συμμετοχή στις εκδηλώσεις και στις δραστηριότητες της ομάδας με αποδοχή των σκοπών αυτής, ενώ μπορεί αυτή να εκδηλώνεται με τη συμμετοχή και υποστήριξη ομάδας σε τηλεοπτικές δημοσιογραφικές εκπομπές, σε εορταστικές συναθροίσεις, σε ομιλίες στο κοινοβούλιο, σε πολιτκές εκδηλώσεις κ.λπ., με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, με την προπαγάνδα υπέρ της κυβέρνησης, με τη χρηματοδότηση ή με άλλες παροχές προς αυτή, όπως π.χ. την χρηματοδότηση των κομμάτων που την απαρτίζουν και την πρόταση νόμου για το ακαταδίωκτο εκείνων που τους έδωσαν δάνεια, ή με άλλου είδους υποστήριξη της οργάνωσης κ.λπ. Η συγκρότηση είναι στιγμιαίο έγκλημα αλλά η ένταξη στην ομάδα είναι διαρκές έγκλημα και διαρκεί όσο διαρκεί η ιδιότητα του μέλους και η ύπαρξη της ομάδας ως εγκληματικής οργάνωσης. Η ένταξη στην ομάδα ως διαρκές έγκλημα συνεχίζεται για κάποιο χρόνο και τελείται καθημερινά και όσο διαρκεί η παράνομη κατάσταση της εγκληματικής οργάνωσης και παράγεται έτσι προσβολή με διακινδύνευση των προστατευόμενων από την έννομη τάξη έννομων αγαθών. Αυτονόητα, όποιος συγκρότησε την ομάδα και παρέμεινε ως μέλος σ' αυτή τέλεσε το έγκλημα και με τη συγκρότηση και με την ένταξη στην ομάδα. Βεβαίως, πρόκειται για έγκλημα διαζευκτικά ή υπαλλακτικά μικτό. Τούτο σημαίνει, ότι, αν πληρωθούν και οι δύο τρόποι τέλεσης που προβλέπει το άρθρο 187 § 1 Π.Κ., υφίσταται πραγματική φαινομενική συρροή, η οποία αίρεται με βάση την αρχή της διάζευξης. Ένα μόνο έγκλημα θα υφίσταται (Λ. Μαργαρίτη, Εγκληματική Οργάνωση (άρ. 187 Π.Κ.), Χαρακτήρας του εγκλήματος ως διαρκούς ή στιγμιαίου - Εκκρεμοδικία, ΠοινΔικ 2005, 1429 επ., Ζλάτκου σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, τόμος πρώτος, 2011, σελ. 1521 επ., ΑΠ 835/2012 ΠοινΔικ 2013, 390).

      Για τον συγκροτήσαντα λοιπόν την ομάδα (τον πρωθυπουργό εν προκειμένω), θα είναι δυνατή η σύλληψή του ως μέλους στα πλαίσια της διαδικασίας για το αυτόφωρο έγκλημα, αφού υπάρχει διαρκές έγκλημα σε σχέση με την ένταξη. Επειδή όμως στην περίπτωση της κυβέρνησης ο πρωθυπουργός διευθύνει συγχρόνως την ομάδα, τότε θα τιμωρηθεί ως εκείνος που «διευθύνει την οργάνωση της πρώτης παραγράφου», δηλαδή με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. (Λ. Μαργαρίτη, Εγκληματική Οργάνωση (άρ. 187 Π.Κ.), Χαρακτήρας του εγκλήματος ως διαρκούς ή στιγμιαίου - Εκκρεμοδικία, ΠοινΔικ 2005, 1429 επ.­).

      Περαιτέρω, απαιτείται η ύπαρξη δομημένης ομάδας, τα κυριότερα χαρακτηριστικά της οποίας θα είναι η διοίκηση αυτής, από τον πρωθυπουργό, οι υφυπουργοί υπακούουν στους υπουργούς, κομματική πειθαρχία αλλά και η ύπαρξη χώρων για τις συναντήσεις των μελών της ομάδας (δείπνα σε σπίτια, συναντήσεις σε ταβέρνες κ.τ.λ.). Ως δομημένη εγκληματική ομάδα νοείται αυτή η οποία συγκροτείται με εγκληματική σε βάθος χρόνου προοπτική, στην οποία η βούληση καθενός μέλους, υποτάσσεται στη βούληση της ολότητας και στην οποία τα μέλη αισθάνονται έναντι αλλήλων ως ενιαία ομάδα. (ΕφΑθ 3244/2003 ΠοινΧρ 2004, 993, ΕφΑθ 3028/2003 ΠοινΧρ 2005). Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 2928/2001 η εγκληματική ομάδα πληροί τρία κριτήρια, ένα χρονικό (διάρκεια δράσης), ένα ποσοτικό (τουλάχιστον 3 άτομα), ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα). Η κυβέρνηση πληρεί και τα τρία κριτήρια.

      Δηλαδή «δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για την άμεση διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά προέχει ο τρόπος λειτουργίας της, ο οποίος διέπει σε τέτοιο βαθμό την εγκληματική δράση ώστε τα πρόσωπα που τη διεκπεραιώνουν να έχουν δευτερεύουσα σημασία με την έννοια ότι μπορούν να αντικατασταθούν, όπως γίνεται στον ανασχηματιμό. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στη διάρθρωση ενός συστήματος λειτουργίας της οργάνωσης, συνήθως με τη θέσπιση ιεραρχικών δομών στην κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων μεταξύ των μελών και στη συντονισμένη δράση των μελών της που κατευθύνεται από τη βούληση του συνόλου αυτών για την πραγμάτωση των στόχων της η οποία (βούληση) εν τοις πράγμασι είναι δεσμευτική για καθένα από τα μέλη, χωρίς να απαιτείται για τη διαμόρφωσή της η συμμετοχή όλων στο σχεδιασμό των εγκλημάτων, αρκεί κάθε μέλος να γνωρίζει ότι συνεισφέρει διά της ασκήσεως των ανατεθειμένων σ' αυτό καθηκόντων, στην πραγμάτωση των στόχων της» (Έτσι ακριβώς ΣυμβΕφΑθ 969/2007 ΠοινΔικ 2007, 1381 επ.). Εκτός τούτων η κυβέρνηση έχει τα τέσσερα χαρακτηριστικά που διακρίνουν μία εγκληματικη ένωση, τη συμφωνία, την ομαδοποίηση, την οργάνωση και το σχέδιο. (Ε. Συμεωνίδου Καστανίδου, Ο ορισμός της τρομοκρατίας, ΠοινΔικ, 2002, 59 επ.). Επίσης μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είναι και οι κοινοβουλευτικές ομάδες που την στηρίζουν. (πρβ. Μιχαήλ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2003, σελ. 449).

      Η ομάδα πρέπει να αποτελείται από τρία ή περισσότερα πρόσωπα και να έχει διαρκή δράση, δηλαδή δράση εξακολουθητική και για αόριστο χρονικό διάστημα, που δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια. Η εγκληματική οργάνωση είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, όπως μαρτυρεί και η Εισηγητική Έκθεση στο σχέδιο του Ν 2928/2001 (για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων). (Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και ελευθερία, 2002, σελ. 50 επ. Η έκφραση «που επιδιώκει» ισοδυναμεί με την έκφραση «που έχει ως σκοπό», που συνιστά υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου. Συνεπώς, πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

      Ως περισσότερα (= δύο τουλάχιστον) κακουργήματα μπορούν να νοούνται π.χ. απάτες, υπεξαιρέσεις, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (μίζες), εκβιασμοί εις βάρους του Ελληνικού Λαού, ηθική αυτουργία σε αυτοκτονίες, δηλαδή εις βάρους διαφορετικών προσώπων, ακόμη και αν δεν είναι προκαθορισμένα τα θύματα. Η ως άνω επιδίωξη, το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου δηλαδή στο έγκλημα της εγκληματικής οργάνωσης, θα στοιχειοθετείται απόλυτα, όταν αποδεικνύεται αφενός απάτες, οι υπεξαιρέσεις, η ηθική αυτουργία σε βαρείες σωματικές βλάβες σε βάρος ανθρώπων αόριστου αριθμού (π.χ. τα θύματα από αναθυμιάσεις πύραυνων, τα θύματα λόγω ελλείψεων φαρμάκων, ηθικοί αυτουργοί σε αυτοκτονίες και τρομοκρατικές ενέργειες) και αφετέρου η διάπραξη κακουργημάτων σχετικών με απάτες, υπεξαιρέσεις, εκβιασμούς κατά την ενάσκηση της κυβερνητικής εξουσίας.

      Η επιδίωξη της διάπραξης περισσότερων κακουργημάτων από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 187 § 1 Π.Κ. μπορεί να αποδεικνύεται κυρίως με βάση μεγαλόστομες διακηρύξεις, τις συνεντεύξεις των κυβερνητικών στελεχών ιδίως των υπουργών και υφυπουργών (μελών της κυβέρνησης – εγκληματικής οργάνωσης) στα ελληνικά και διεθνή Μ.Μ.Ε., με βάση την εγκληματική για τον λαό κυβερνητική πολιτική, με βάση την συνεννόηση των μελών της ομάδας, την επικοινωνία μεταξύ των μελών, με βάση τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων από μέλη της ομάδας ή και με βάση μαρτυρίες μελών της ομάδας (Λ. Μαργαρίτη, ΠοινΔικ, 2003/8-9, σελ. 761 επ.), η με βάση εάν συμμετείχαν σε κομματικούς σχηματισμούς των οποίων πλήθος μελών έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα που διαπράχθησαν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους.

      Η συρροή ανάμεσα στην εγκληματική οργάνωση κατ' άρθρο 187 § 1 Π.Κ. και σε μια απάτη, η υπεξαίρεση ή σε άλλο έγκλημα αναφερόμενο στο άρθρο αυτό που τελέσθηκε από μέλη της οργάνωσης θα είναι αληθινή πραγματική συρροή, επειδή εδώ προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά και συγκεκριμένα η δημόσια τάξη αφενός που κατατείνει στην προστασία όλων των έννομων αγαθών (και κυρίως αυτών που προστατεύει συνολικά το άρθρο 187 § 1 Π.Κ.) και η περιουσία ή άλλο έννομο αγαθό αφετέρου. (Ιάκ. Φαρσεδάκη/Χρ. Σατλάνη, Εισαγωγή στο Γενικό Ποινικό Δίκαιο, 2013, σελ. 318 επ., Ζλάτκου σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, τόμος πρώτος, 2011, σελ. 1532).

      Εμποδίζει μήπως την ποινική δίωξη η ύπαρξη κυβέρνησης;

      Συνήθως, η φυσιογνωμία της εγκληματικής οργάνωσης δεν συμβαδίζει με την υπόσταση μίας κυβέρνησης. Μια εγκληματική οργάνωση στρέφεται κυρίως όχι στην κατάκτηση της εξουσίας αλλά στη διάπραξη κακουργημάτων περί τα όπλα, περί τα ναρκωτικά ή κατά της ανθρώπινης ζωής (εκτελεί συμβόλαια θανάτου), στην τέλεση εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας-περιουσίας (κλοπές, ληστείες, απάτες, εκβιάσεις κ.λπ.), στην κατασκευή και διακίνηση πλαστών χαρτονομισμάτων, στην εμπορία ανθρώπων και στην οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής γυναικών ή και στη διάπραξη τρομοκρατικών πράξεων. (Ως εγκληματική οργάνωση θεωρήθηκε και η, αδιαμφισβήτητα ακραίων αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, τρομοκρατική οργάνωση «17 Ν»: βλ. ΣυμβΑΠ 835/2012 ΠοινΔικ 2013, 390), (βλ. άρθρο 187Α Π.Κ.) και δρα με μυστικότητα όπως η Μαφία (τα μέλη δίνουν όρκο σιωπής, ισχύει η ομερτά, δηλαδή ο νόμος της σιωπής, του οποίου η παράβαση συνεπάγεται κυρώσεις μέχρι και θάνατο). Προβλήματα θα δημιουργούνταν ίσως, αν μια εγκληματική οργάνωση τύχαινε να είναι συγχρόνως η κυβέρνηση του τόπου που λειτουργεί κατ' άρθρο 81 του Συντ. και έχει λάβει ήδη ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή. Αλλά τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια δικαιούνται να κρίνουν και να θεωρήσουν και μία κυβέρνηση ως εγκληματική οργάνωση. (πρβ. Λ. Μαργαρίτη, ΠοινΔικ, 2013, 761 επ.). Μάλιστα, η θέσπιση σήμερα διάταξης που θα όριζε, ότι και μία κυβέρνηση μπορεί να είναι εγκληματική οργάνωση υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 187 § 1 Π.Κ., θα προκαλούσε ερμηνευτικά προβλήματα ένεκα της απαγόρευσης της αναδρομικής ισχύος και εφαρμογής νόμου για τη θεμελίωση ή την επαύξηση του αξιοποίνου (n.c.n.p.s.l. praevia), έστω και αν ο νόμος αυτός χαρακτηριζόταν ως ερμηνευτικός νόμος κατ' άρθρο 77 § 1 του Συντ. (Ιάκ. Φαρσεδάκη/Χρ. Σατλάνη, Εισαγωγή στο Γενικό Ποινικό Δίκαιο, 2013, σελ. 28 υποσημ. 48, όπου γράφονται τα εξής: «Ο γνήσιος ερμηνευτικός νόμος κατ' άρθρο 77 παρ. 1 του Συντ., ο οποίος αποσαφηνίζει το νόημα ενός αόριστου και ασαφούς νόμου, δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ στο Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο σε βάρος του φερόμενου ως δράστη και κατηγορουμένου, επειδή αλλιώς, ενσωματούμενος στον ερμηνευόμενο νόμο, θα αποτελούσε τέχνασμα για τη διόρθωση νομοθετικών αστοχημάτων και την καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 7 § 1 του Συντ., από την οποία συνάγεται η απαγόρευση της εφαρμογής εντελώς αόριστου ποινικού νόμου και της αναδρομικής ισχύος και εφαρμογής νόμου για τη θεμελίωση ή την επαύξηση του αξιοποίνου» (βλ. περαιτέρω Γ.- Αλ. Μαγκάκη σε Ανδρουλάκη/ Μαγκάκη/ Μανωλεδάκη/ Σπινέλλη/ Σταμάτη/ Ψαρούδα-Μπενάκη, Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, άρθρα 1-133, 2005, άρθρ. 1, πλαγιάρ. 64-65, Χρ. Σατλάνη, Μεθοδολογικά Προλεγόμενα για τον αποκλεισμό και τον περιορισμό του αξιοποίνου. Συγχρόνως μια εισαγωγή στην Ερμηνευτική του Ποινικού Δικαίου, 1999, σελ. 39 επ., με περαιτέρω παραπομπές στη Νομική Επιστήμη. Βλ. όμως αντίθετη άποψη στη Νομολογία σε Ε. Καμπέρου-Ντάλτα σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, τόμος πρώτος, 2011, σελ. 18 επ.).

      Αξίζει ωστόσο να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Κατ’ άρθρο 82 § 1 και 2 Συντ. ισχύουν τα εξής: «Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Ο Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων». Το ίδιο το Σύνταγμα επομένως θέτει ως πρωταρχική προϋπόθεση για την υπόσταση και την λειτουργία μίας κυβέρνησης το να δρα μέσα στο πλαίσιο των νόμων. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1 § 3 του Συντ. ισχύουν τα εξής: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Το ίδιο το Σύνταγμα επομένως θέτει ως πρωταρχική προϋπόθεση για την υπόσταση και τη λειτουργία της κυβέρνησης είναι το να εξυπηρετεί η οργάνωση και η δράση της  την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, τον λαό και το έθνος. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα λέει: Για να έχει αξίωση σεβασμού μία κυβέρνηση είναι ανάγκη να εξυπηρετεί με την οργάνωση και τη δράση της το συμφέρον του λαού και του έθνους και την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, κάτι που έρχεται σε διαμετρική αντίθεση με τη επανειλλημένη καταδίκη μελών της για οικονομικά εγκλήματα και την επιδίωξη εγκληματικής δραστηριότητας. Άλλωστε, σε μια τέτοια περίπτωση όσοι άσκησαν το ατομικό δικαίωμα της συμμετοχής σε τέτοια κυβέρνηση, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων έχουν ήδη προβεί σε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, (Καταχρηστική άσκηση ατομικού δικαιώματος υφίσταται, όταν η χρήση του δικαιώματος αντιστρατεύεται τη συνταγματική τάξη και ειδικά τον σκοπό του συγκεκριμένου δικαιώματος, όταν δηλαδή παραβιάζεται το πνεύμα του Συντάγματος: βλ. Πρ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, Α, 2005, σελ. 161 επ.). (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.: «Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται»), επειδή επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς από την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, επιδιώκουν την προσβολή των δικαιωμάτων άλλων ανθρώπων (ζωή, ιδιοκτησία-περιουσία, ελευθερία κ.λπ.) και παραβιάζουν έτσι το Σύνταγμα. Σε καμιά περίπτωση η λειτουργία μίας τέτοιας κυβέρνησης δεν θα μπορούσε να νομιμοποιήσει την προσβολή, με βλάβη ή διακινδύνευση, των έννομων αγαθών των μελών της κοινωνίας ή και του κράτους. Μάλιστα, επειδή θα πρέπει να θεωρείται η ένταξη κάποιου ως μέλους στην εγκληματική οργάνωση ως διαρκές έγκλημα που τελείται καθημερινά και όσο διαρκεί η παράνομη κατάσταση της εγκληματικής οργάνωσης και παράγεται έτσι προσβολή με διακινδύνευση των προστατευόμενων από την έννομη τάξη έννομων αγαθών, η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση είναι αυτόφωρο έγκλημα. Αυτό θα έχει μεγάλη σημασία για τη σύλληψη και την ποινική δίωξη υπουργών, δεδομένου ότι κατ' άρθρο 62 του Συντ. ισχύουν τα εξής: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. … Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα». Το παραπάνω άρθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 55, 61, 81 παρ. 2 και 82 παρ. 2 δίνει την νομική δυνατότητα σύλληψης μέλους της κυβέρνησης για αυτόφωρο έγκλημα τουλάχιστον εάν είναι και βουλευτής. (Άρθρο 275 ΚΠΔ (Στα αυτόφωρα εγκλήματα): «1. Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33 και 34, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλλάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα. 2. Στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση δεν επιτρέπεται η σύλληψη, εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά, σ’ εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει το δράστη (άρθρα 42 και 46). 3. Στα αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει το δικαίωμα να εκδίδει εναντίον του δράστη που διώκεται ένταλμα σύλληψής του σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 276 και 277· το ένταλμα αυτό μπορεί ο εισαγγελέας να το ανακαλεί ή να το καταργεί»).

      Η απόδειξη της ύπαρξης εγκληματικής οργάνωσης

      Προβλήματα απόδειξης γεννώνται στην περίπτωση του εγκλήματος της εγκληματικής οργάνωσης. Τα προβλήματα απόδειξης θα στρέφονταν κυρίως γύρω από την ένταξη κάποιου ως μέλους στην οργάνωση, τον δόλο του (άρθρο 26 ΠΚ: Τα κακουργήματα τιμωρούνται μόνον όταν τελούνται με δόλο) και την επιδίωξη της οργάνωσης να διαπράξει περισσότερα κακουργήματα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ. Η απόδειξη θα μπορούσε να γίνει κυρίως με βάση τις υφιστάμενες ενδείξεις σε συνδυασμό με τα λοιπά διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα. (Ενδείξεις είναι οι έμμεσες και όχι οι άμεσες αποδείξεις και συγκεκριμένα τα αποδεδειγμένα και ήδη γνωστά στο δικαστήριο από άλλα αποδεικτικά μέσα γεγονότα, από τα οποία δύναται και οφείλει να συναγάγει το δικαστήριο ασφαλή συμπεράσματα για άγνωστα γεγονότα, που αποτελούν το αντικείμενο της απόδειξης και σχετίζονται κυρίως με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου (πρβ. Λ. Μαργαρίτη, ΠοινΔικ, 2013, 761 επ.).

      Βέβαια για την κυβέρνηση η απόδειξη είναι πανηγυρική, όπως εύκολη είναι και η απόδειξη των κοινοβουλευτικών ομάδων που την στηρίζουν από το Φ.Ε.Κ. συγκρότησης της ελληνικής κυβέρνησης και τα πρακτικά της βουλής.  στις φωτογραφίες της ορκομωσίας, με βάση φωτογραφίες ή βιντεοταινίες που απεικονίζουν να συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο, ομιλίες στην βουλή την ώρα του κοινοβουλευτικού ελέγχου, συγκεντρώσεις των μελών της οργάνωσης για θέματα διαφθοράς ως καλυψη για τις εγκληματικές πρακτικές τους, με βάση την ανάληψη θέσης εργασίας σε κυβερνητικές θέσεις, με βάση την υπεράσπιση για να χαθούν οι υπόνοιες της κυβερνητικής πολιτικής, τα άρθρα στα περιοδικά υπερασπιζόμενοι την κυβερνητική πολιτική, την παραίνεση προς τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση, την συμμετοχή των υπουργών σε συνέδρια,  παραινέσεις και προτροπές προς τρίτους για ένταξη στην οργάνωση, με βάση την αυστηρή πειθαρχία κατά τις ψηφοφορίες στη βουλή, με βάση την δουλική συμπεριφορά και την πλήρη αποδοχή του πρωθυπουργού ως αρχηγού, σε ομιλίες, σε κοινές αντιπροσωπείες κ.τ.λ., με βάση τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, με βάση την προπαγάνδα υπέρ της κυβέρνησης, με βάση δάνεια μέσω χειραγωγούμενων κρατικών τραπεζών κ.λπ. Η επιδίωξη διάπραξης περισσότερων κακουργημάτων από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 187 § 1 Π.Κ. θα μπορούσε να αποδεικνύεται με βάση μεγαλόστομες διακηρύξεις, με βάση τις επανειλημμένες απάτες και υπεξαιρέσεις που έχουν διαπράξει μέλη της οργάνωσης, με βάση την από την οργάνωση κατευθυνόμενη κακουργηματική απάτη, το κομματικό παρελθόν και παρόν σε κόμματα με πληθώρα εγκληματιών στην σύνθεσή τους ιδίως στα υψηλά κλιμάκια αλλά και στα χαμηλότερα, με βάση δηλώσεις της κυβέρνησης «εάν είναι να απολυθούν υπάλληλοι θα το κάνω εγώ να μην πάρει την δόξα η τρόϊκα...», η το πολιτικό τους παρελθόν εάν ανήκει σε ιδεολογίες που αμφισβητούσαν ευθέως το δημοκρατικό πολίτευμα (π.χ. σε κόμματα της ευρύτερης αριστεράς), ή την αρχή της δημοκρατίας με βάση τις δηλώσεις ηγετικών της οργάνωσης μελών της μορφής «θα τους λιώσω», «τσακίστε τους», με βάση τις συναντήσεις με εκπροσώπους του ελληνικού και του ξένου κεφαλαίου, και εξύμνηση υπόδικων ως αθώων (π.χ. πόρισμα βουλής που αθωώνει πρώην πολιτικό ενώ η δικαιοσύνη τον παραπέμπει στο ακροωτήριο), με βάση τις συλλογικές υπογραφές για την λήψη παράνομης προμήθειας (μίζας), με βάση τα στοιχεία που θα δώσει η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, με βάση τις μαρτυρίες μελών της ομάδας περί τα διημειφθέντα σε μυστικές συνεδριάσεις που μετανόησαν και αποχώρησαν, όταν συνειδητοποίησαν τον εγκληματικό χαρακτήρα της οργάνωσης κ.τ.λ. (Για τα μέτρα επιείκειας που προβλέπονται για τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, τα οποία θα αποκαλύψουν γεγονότα και στοιχεία και έτσι θα έχουν συμβάλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή της τρομοκρατικής οργάνωσης, βλ. άρθρο 187Β ΠΚ. Πρβλ. Κων. Βαθιώτη, Η προστασία μαρτύρων κατά το άρθρο 9 του Ν 2928/2001, ΠοινΧρ 2001, 1045 επ., Γ. Βούλγαρη, Οι μάρτυρες στις υποθέσεις τρομοκρατίας, ΑρχΝ 2008, 299 επ.).

      Ο δόλος, δηλαδή η γνώση και η βούληση, του μέλους σχετικά με το ότι εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ θα μπορούσε να είναι και επιγενόμενος και να αποδεικνύεται με βάση τη συμμετοχή σε πάσης φύσεως εκδηλώσεις της οργάνωσης και κυρίως με βάση τη γνώση γεγονότων που μαρτυρούν επιδίωξη απάτης, υπεξαίρεσης και ηθική αυτουργία σε δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων, και την αποδοχή αυτών ως θεμιτών σκοπών, την μη αποκήρυξη της βίας (π.χ. μη καταδίκη βομβιστικών επιθέσεων κατά νόμιμου πολιτικού κόμματος) ιδίως όταν αυτή είναι επανειλημμένη και τη μη αποχώρηση από την ομάδα. Μέχρι τότε βεβαίως και μέχρι να αποδειχθεί αμετάκλητα η ενοχή ορισμένων προσώπων. Η ευθύνη περιλαμβάνει όλη την κυβέρνηση στην πλήρη ανάπτυξή της αλλά ενδεχομένως πρέπει να διερευνηθούν και οι ευθύνες του επιστημονικού και πολιτικού προσωπικού της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον νόμο θα ισχύει για τον καθένα το τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), δεδομένου ότι υπάρχει σε εξέλιξη σχετική δικαστική έρευνα αλλά δεν έχει συνταχθεί μέχρι σήμερα ούτε η εισαγγελική πρόταση προς το συμβούλιο.

Απόστολος Τζαρός   

(Δικηγόρος – Θεολόγος)